Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Εύκολοι καιροί για ονειροπόλους


Τι γίνεται; Τραβάν τη πραγματικότητα σου
Τη τραβάν από τα μαλλιά και τη σέρνουν
Στα σκοτεινά σοκάκια μίας πολιτείας
Που τα τοίχοι της κρύβουν τον ουρανό

Εύκολοι καιροί για ονειροπόλους

Μέσα στο κεφάλι σου κοχλάζει η κινούμενη άμμος
Που καταπίνει ότι μασάν τα μάτια σου
Τα αστέρια θυμίζουν ένα παλιό γρίφο
Και τα φώτα από κάτω τη λύση του

Εύκολη καιροί για ονειροπόλους

Ίσως κάθεσαι και τα κοιτάς όλα αυτά
Ίσως μπαίνεις στο πανζουρλισμό του χορού τους
Μπορεί να είναι διάφανα και ασήμαντα
Μα το ξέρεις καλά, και ας το αρνείσαι

Εύκολοι καιροί για ονειροπόλους.

.

Στο διάολο τα Προσχήματα. 

Σεληνόφως


Πως κατάντησες έτσι;
Δηλαδή, γιατί σου το κάναμε αυτό;

Πως μπορείς και στριμώχνεσαι
ανάμεσα σε δύο κεραίες , που σε τρυπάνε
ματώνεις, και από άσπρο γίνεσαι πορτοκαλί
και εγώ θέλω με ένα φτερούγισμα να σε φτάσω

Πως αντέχεις και τα κουβαλάς όλα ;
όλα αυτά τα βλέμματα πάνω σου
όλα τα υγρά βλέμματα και όλα τα στεγνά
Τα τραγούδια που γράφτηκαν για χάρη σου

Γιατί το επιτρέπεις αυτό;
Να σε πλακώνει αυτό το γκρίζο κουτί
και εγώ, γιατί σε κοιτάω άπραγος ;
Και δεν απλώνω το χέρι μου να με καταπιείς ;


Ερωτήσεις

Με ρώτησε μια μέρα ο ήλιος
Τι θέλω να βρω μέσα στη λύπη
και σαν να ήξερα την απάντηση
''Είναι τα χρώματα που δεν βλέπεις''

Εκείνες οι γραμμές του ουράνιου τόξου
που κρύβονται με μανία από το φως
Μα το μυαλό φυγαδεύει και φροντίζει
Σαν γριά λύκαινα τα παιδιά της.

Με ρώτησε μια νύχτα το φεγγάρι
Γιατί ψάχνω να κρυφτώ μέσα στη τρέλα
Και σαν να ήξερα την απάντηση
''Είναι τα χρώματα που θέλεις να δεις''

Γιατί εδώ στο δικό τους κήπο της Εδέμ
Μας έχουν φυτέψει και μας φορτίζουν
Πρέπει σαν μηχανή να λειτουργούμε
Μα λάσκαρε η βίδα και χάλασα.

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Ο εξερευνητής


Ήταν ένας εξερευνητής με ένα πάθος
πάθος για της φύσης τα καπρίτσια
Καθώς τριγυρνούσε εδώ και'κει
έψαχνε ένα μέρος διαφορετικό απ'τ'άλλα

Κουρασμένος από του ανέμου τα παιχνίδια
ήθελε να βρει μία χώρα εκεί να ξεχαστεί
Μάζεψε ότι απέμεινε από το σαράβαλο σώμα του
και ξεκίνησε για το τελευταίο ταξίδι του

Όσο ο χρόνος τον έτρωγε όπως ο σκόρος το ξύλο
Αντίκρισε μία πόλη έξω από κάθε φαντασία
Στο βορά δύο καταρράκτες, κ'απο κάτω δύο λίμνες
Όπου τα χρώματα μπλεκόταν μεταξύ τους σα τρελά

Σαστισμένος ανακάλυψε ένα βουνό χωρίς κορυφή
και μία κόκκινη κοιλάδα γεμάτη γέλια και φωνές
Μα αυτό που κατάλαβε τρέχοντας εκστασιασμένος
Είναι ότι δεν χρειαζόταν τόσος δρόμος για εδώ

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Αγάπη

Πάνω από την έρημο του χαρτιού 
Με γυροφέρνει ώρα μία σκέψη 
Λυπάμαι όποιον δε γελάει 
μα πιο πολύ αυτόν που δε κλαίει

Δεν θέλω αυτόν που από το ποτό
μόνο θυμάται να χαρεί
ούτε αυτόν που από το δράμα 
μόνο θυμάται να λυπηθεί 

Ψάχνω εσένα που από τη ζωή
σκάνε σαν ηφαίστεια τα χείλη σου 
και από τη βόλτα μέσ'τη βροχή
βρυχώνται σα τρικυμία τα μάτια σου

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Ταξίδι


Χίλια μύρια τα φώτα απόψε στη πόλη
με κοιτούν ανήσυχα και αεικίνητα
οι νευρικοί τοίχοι στενεύουν γύρω μου
και πιάνομαι από ένα ξέμπαρκο αστέρι

Του ζητάω να με πάει στο σπίτι του
μα εκείνο αρνείται και πετάει αλλού
μου λέει ότι ξέρει ένα άλλο μέρος
όπου παίζουν οι δικές μου μελωδίες

Καθώς φτάνω αναγνωρίζω τα όνειρα μας
να πεθαίνουν παλεύοντας να γίνουν αληθινά
και να αναγεννιούνται μέσα από τις στάχτες τους
όπως το ήρεμο γέλιο και το ταραγμένο δάκρυ

Το άστρο με παρασέρνει στο ταξίδι του γυρισμού
αποχαιρετώ τις φαντασίες που συνάντησα
μα κλέβω κάτι από αυτό το θολό μέρος
την μουσική σου , που με αποκοιμίζει κάθε βράδυ .

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Καλώς Ήρθες




Μόλις έφτασε ο άνεμος να με χαϊδέψει απαλά
Κ'ο ουρανός έχει το ίδιο χρώμα με τα υγρά σου μάτια
Το πρωί ο ήλιος διστάζει να ξεπροβάλλει
Γιατί στο κόσμο τώρα βασιλεύει το φεγγάρι

Ένα άσπρο περιστέρι παλεύει με κάτι κάγκελα
Σκουριασμένα από το χρόνο που πέφτει πάνω μας
Βροχή περνάει και κάνει τα παιδιά γέρους
Κ'όμως τώρα τα χρώματα ζουν πιο πολύ μέσα σου

Εγώ σαν το παιδί θέλω να κουρνιάζω στην αγκαλιά σου
Πιο κρύα από το χιόνι, και πιο ζεστή από το φως
Η φωτιά ενός σπιτιού να μου λέει ιστορίες
Και να τη ταΐζω με τους χειρότερους εφιάλτες μου


Το ταγκό του κυκλοθυμικού




Μια σκέψη είναι ένα χαοτικό τίποτα
Σαν ταγκό στροβιλίζεται μέσα στο μυαλό
Προσπαθείς απεγνωσμένα να της δώσεις νόημα
Μα δεν καταλαβαίνει απο όρια το νέον.

Χάνεσαι σε υπαρξιακές αναζητήσεις
Του Νάρκισου και του εαυτού σου
Παίρνεις φωτιά, δίχως να ξέρεις τι σημαίνει
Και καθώς καίγεσαι ερωτεύεσαι τις σπίθες

Δεν είναι κωμικό-τραγικό αυτό το θέαμα ;
Μίζερο και υπέροχο στο βάθος του
Να χορεύεις χωρίς κάποιο προορισμό
και σα πεταμένο κέρμα να τον βρίσκεις;

(Χωρίς τίτλο)


Σαν βάζεις πλώρη για ρομαντικά ναυάγια
Κοιτώντας το μέλλον θα χαθείς στην ευθεία
Νομίζεις ότι είσαι καθαρός από όλα;
Λίγο θέλει να γαμηθεί το σύμπαν σου

Οι γλάροι πετώντας προορισμούς αλλάζουν
κ'εσύ ξέρεις που είναι η δική σου Ιθάκη;
Ψάξε μέσα στα παράξενα σύννεφα
Μήπως τα σχήματα σε στείλουν σε νέους τόπους

Της φύσης τα κάλοι να είναι το καράβι
και του νου η ζάλη τα πανιά
Το κύμα και ο άνεμος να σε οδηγούν
Στο ταξίδι για να κατακτήσεις τον εαυτό σου

Αφιλόξενος τόπος


Εσένα δεν σε βασανίζει;
Η πρώτη μου ερώτηση
Τι γυρεύουμε σ'αυτό το κόσμο
Φτιαγμένο απ'άμμο κ'αέρα.

Γιατί περιπλανόμαστε εδώ
που κυριεύει το χαρτί τους.
Μας χωρίζουν νοητές  γραμμές
που τις προστατεύει ο θάνατος.

Εμείς δεν πρέπει να'μαστέ εκεί;
Στο φιλόξενο το φεγγάρι ;
Στη μία πλευρά εσύ, στην άλλη εγώ
Να σμίγουμε στη πανσέληνο.

( χωρίς τίτλο)




Κάποτε κάπου ήταν ένας άνθρωπος
Και άλλου ήταν ένας άλλος άνθρωπος
Σαν καλοκουρδισμένα όργανα παίζανε
Και δάμαζαν τα άγρια όνειρα τους

Τη μία αλληλοσφάζονταν και την άλλη αγαπιόντουσαν
Σάματης δεν είναι το ίδιο πράγμα;
Γιατί όταν χαιρόταν, έλεγαν ότι χαιρόταν
Και όταν λυπόταν έλεγαν ότι λυπόταν

Ο ουρανός τους ζήλευε πολύ
όταν τους έβλεπε από το ψηλό του κελί
Ποιος άλλος κατάφερε να δει τη τέχνη
Έτσι κατάματα δίχως λίγη προσδοκία ;


Καταραμένη ανυπομονησία



Περπατάω βουβά πάνω σε μαύρη άσφαλτο
Εδώ τα πουλιά δεν έχουν πια λαλιά
Η φύση κουβαλάει σταυρό πάνω σε λόφο
Και εγώ ψάχνω ασθμαίνοντας λίγο γλυκό αέρα

Σαν να μην έχω άλλη επιλογή, κάθομαι στη πλατεία
Μέρα νύχτα, τα δέντρα είναι μονίμως νεκρά
Το νερό εξατμίζεται , μα ποτέ δεν βρέχει
Σ'αυτή τη πόλη, η ομορφιά έχει στερέψει

Καταραμένη ανυπομονησία, θέλω να με πάρεις μακριά
Ρίξε με στη κρύα θάλασσα από κεχριμπάρι
Καταραμένη ανυπομονησία, μη με ξαναφέρεις εδώ
Θέλω να κοιτάω κατάματα τον απέραντο ουρανό.

Ο χορός της βροχής



Θέλω να γράψω ένα τραγούδι
Για να χορέψεις το χορό της βροχής
Να ανοίξουν οι ουρανοί, και να ρίξουν
Ότι αυτοί οι στίχοι δεν μπορούν να πουν

Να τρέχει η αλήθεια σαν ποτάμι
Να ησυχάζει το μυστικό σαν μια λίμνη
Να παλεύει ο έρωτας σαν μια καταιγίδα
Και η αγάπη να'ναι σαν μια θάλασσα

Και όταν κοπάσει η άγρια μπόρα
Το νερό να μας έχει ξεπλύνει
Να μη σαλεύει πουλί η βλαστάρι
Μόνο ο χορός σου να δίνει λίγη ζωή.

Ουρανός




Γιατί να είναι όλα τόσο θλιβερά;
Το νόημα τόσο γεωμετρικό;
Η σκέψεις μας δεν έχουν πάντα ροή
Είμαστε όλοι ένα συμμαζεμένο χάος

Θα ήθελα να ζω σε μια άλλη γη
που να γελάνε δυνατά οι γύρω μου
να γελάνε βουβά και οι τοίχοι
Να μη κρύβομαι μπροστά από μία μάσκα

Ευτυχώς, και στο δικό μου κόσμο
υπάρχει κάτι αγνό και τόσο απλό
που ποτέ μου δεν θα το στερηθώ
τον ίδιο ουρανό βλέπουμε εσύ και εγώ

Λαβύρινθος



Όταν είσαι εκεί μέσα
Φοβάσαι μη κλειστείς
Και σε φάνε ζωντανό
Τα μπάσταρδα παιδιά του νου

Σκοντάφτεις πάνω στα πάθη
Χάνεσαι μεσ'τις αναμνήσεις
Κοιτάς πίσω απο τη πλάτη σου
Δεν υπάρχει τίποτα πια να δεις

Πες μας , τι σε τρομάζει ;
Το σκοτάδι; η άγνοια; η ησυχία;
Η μουσική, η γνώση, το φως
θα έρθουν μέσα σε καυτό αέρα

Ακόμα κουρνιάζεις στα στενά
στους δρόμους του μυαλού σου
ένα μονοπάτι υπάρχει για το έξω
να δώσεις πρόσωπο στη σκέψη σου

Γριά Θεά



Ήρθε να σε πάρει ένα πρωί
Που ο ήλιος σκοτείνιαζε
Ευχήθηκες να είναι αυτή
Που την περιμένεις χρόνια

Σε σήκωσε και σε χαστούκισε
Λουσμένος από κρύο ιδρώτα
Φοβήθηκες μην σ'απειλεί
Μέχρι που δέχθηκες να πας

Κουνήθηκες και πόνεσες
από τη καρδιά ως τη ψυχή
Τι είναι η ζωή δίχως μια πληγή ;
σε ρώτησε και σ'έσπρωξε

Μέχρι αυτή τη μέρα
Θυμάσαι εκείνο το πρωί
Που η νοσταλγία δεν αγγίζει
Και ο πόνος δεν παράτησε

Όμως παλεύει με τη γριά
Τη ζεστή θεά της χαράς
Σε ξυπνάει και σε κοιμίζει
Ελπίδα το όνομα της .

Μουσική


Ωω μουσική μητέρα μου
Σκληρή μα και γλυκιά μαζί
Τι να σου ζητήσω πια;
Αφού μου τα έδωσες όλα.

Τον τρόπο να χαθώ μέσα σου
Τη θάλασσα για να πετάξω
Τον ουρανό για να χαθώ
Το δρόμο να σε χαρίσω

Η έμπνευση σου μεθυστική
Η έλλειψη σου βασανιστική
Με σκορπάς στους ανέμους
Μαζεύεις τα κομμάτια μου

Δεν θέλω νεκρές μελωδίες
Ούτε λόγια ξεχασμένα από όλους
Μόνο τη ζέστη σου αγκαλιά
Για να μιλάω δυνατά

Μέσα στο κρύο κόσμο.

Αέρας


Όποιος σε χλευάζει θα σε κλάψει
Και αν σε αγάπησαν, ετοιμάσου
Η λήθη ήρθε να σε πάρει
Στη χώρα του δικού σου εφιάλτη

Ποτέ δεν ήσουν μόνος
Και ποτέ δεν είχες κάποιον
Όλα αυτά φτάνουν εδώ
στο ατελείωτο τέλος τους

Σαν να μην έζησες ποτέ εκεί
Αφήνεις τον άρρωστο κόσμο τους
Πετάς ψηλά μαζί με τους αϊτούς
Και οι προφήτες σε τραγουδάνε

Δεν είσαι μόνος...
Δεν είμαι μόνος... 

Σκάλες



Βλέπω ένα κρύο δειλινό του Φεβρουάριου
Έχω ξεχάσει, και κανείς δεν μου θυμίζει
Κάποτε είχα υπάρξει, ανέπνεα
Τώρα πέφτω, σηκώνομαι , προχωράω.

Δες, μία πόρτα. Βουβά γέλια. Ακούω.
Μια κόκκινη πινακίδα ''Ζωή''. Βλέπω.
Την ανοίγω, το πόμολο με καίει. Πόνος.
Μπαίνω, τι είναι αυτό;Σκέψεις; Σκοτάδι.

Ανοίγω το φως , αντικρίζω σκάλες.
Σκάλες, ατελείωτες , τρώνε η μία την άλλη.
Και γύρο τους, πόρτες αγκαλιάζονται .
Αναρωτιέμαι. Αποφασίζω, τι έχω να χάσω;

Αρχίζω να ανεβαίνω τα σκαλιά. Κούραση.
Τα πόδια μου βαραίνουν , η σκιά με κυνηγάει.
Ανοίγω πόρτες, αναρίθμητα  πρόσωπα μέσα.
Μερικά φοράνε χαμόγελα , άλλα όχι.

Μερικά φοράνε λύπη , άλλα όχι .
Ένας καθρέφτης.

Τίποτα



Το κεφάλι είναι βαρύ
και δεν βλέπεις πια
Δεν βλέπεις τον κόσμο
που στροβιλίζεται γύρο σου

Εδώ υπάρχει μόνο το εγώ
Εσύ, αυτός, νεκρές έννοιες
Σε αυτό το σκοτεινό δρομάκι
έτοιμος να τινάξεις τα μυαλά σου

Ποιος είσαι; Ξέρεις;
Που είσαι; Νιώθεις;
Γιατί είσαι; Βλέπεις;

Σκάρτο ποίημα



Ένας παράξενος κόσμος είναι
Η φύση κάνει έρωτα με τη καταστροφή
Και εσύ άνθρωπε μικρέ, καμαρώνεις
Το έργο σου που έχει σαπίσει .

Η θάλασσα έχει γίνει μαύρη
ο ουρανός δεν θέλει να σε κοιτάξει
τα ζώα γελάν με τη μιζέρια σου
και εσύ άνθρωπε μικρέ, καμαρώνεις.

Το μίζερο φως της λάμπας σου
φωτίζει αυτό το σκάρτο ποίημα
ένα σιχαμερό χαμόγελο σε σκοτεινιάζει
Το έργο σου έχει σαπίσει.

Το έργο σου ήταν σάπιο εξ αρχής.

Ο εαυτός μου


Ο εαυτός μου είναι ένα κουφάρι
Που μαζέυει τη γλυκιά πίκρα της λύπης
Είναι ένα θεριό που δεν χορταίνει
Και όσο φτάνω στον πάτο, βουλιάζω κ'άλλο.

Ο εαυτός μου είναι ένας αυτόχειρας,
αναποφάσιστος και άδειος.
Στο χείλος μιας πολυκατοικίας
χορεύω βαλς με το χάρο .

Ο εαυτός σου είσαι και υπάρχεις.
Τη στιγμή που υποκλίνομαι
 δίνεις το χέρι σου γεμάτο φως.
Και αρχίζει ο ξέφρενος χoρός μας.